
Πάπια Βαρβάρα
Η Βαρβάρα είναι υδρόβιο νηκτικό πτηνό της οικογενείας των Νησσιδών, που απαντά και στον ελλαδικό χώρο. Η επιστημονική ονομασία του είδους είναι Tadorna tadorna και δεν περιλαμβάνει υποείδη
Η ενήλικη θηλυκή βαρβάρα είναι από τα πλέον αναγνωρίσιμα είδη πτηνών με τα χαρακτηριστικά χρώματα του πτερώματός της, ιδιαίτερα κατά την εποχή της αναπαραγωγής. Πρόκειται για ένα εντυπωσιακό πουλί, όπου κυριαρχούν πολλά και σαφώς οριοθετημένα χρώματα έτσι, ώστε δύσκολα να συγχέεται με άλλα είδη. Τα φύλα, σε γενικές γραμμές είναι όμοια και δεν υπάρχουν τόσες διαφορές ώστε να στοιχειοθετείται o έντονος φυλετικός διμορφισμός που παρατηρείται στις άλλες πάπιες, ωστόσο παρατηρούνται κάποιες μικροδιαφορές ανάλογα με την εποχή, με πιο έκδηλη την παρουσία φύματος στο αρσενικό κατά την περίοδο αναπαραγωγής. Το πτηνό υποβάλλεται σε δύο ολικές αλλαγές πτερώματος και μία στα ερετικά πτερά ετησίως.
Στο αρσενικό, στο πτέρωμα αναπαραγωγής το κεφάλι, ο τράχηλος και ο λαιμός έχουν ένα ελαφρώς ιριδίζον μαυροπράσινο χρώμα. Το ράμφος είναι κατακόκκινο με τη μέση ρινοθήκη κοίλη και, πάνω από τη βάση του προς το μέτωπο υπάρχει χαρακτηριστικό, επίσης κατακόκκινο εξέχον, σαρκώδες φύμα (ύβωμα). Ξεκινώντας από τους ώμους, κάθε πλευρά του σώματος διατρέχεται από μία, επίσης μαυροπράσινη διαμήκη λωρίδα, με κατεύθυνση προς τη βάση της ράχης. Ολόγυρα από το μπροστινό μέρος του θώρακα και μεταξύ τραχήλου και ράχης υπάρχει μια πλατιά κοκκινωπή-καφέ ζώνη, ενώ εκεί που τελειώνει αυτή η ζώνη στο κάτω μέρος του στήθους, υπάρχει μία άλλη καφεκόκκινη ταινία που διατρέχει την κοιλιά μέχρι την αμάρα. Σε οποιοδήποτε άλλο σημείο του σώματος κυριαρχεί το κατάλευκο χρώμα.
Η διατροφή της βαρβάρας αποτελείται κυρίως από ζωική ύλη, όπως μικρά σαλιγκάρια, δίθυρα μαλάκια και σκουλήκια, μικρά ψάρια και τα αυγά τους, σπανιότερα έντομα και υδρόβια φυτά. Η κύρια λεία των πτηνών στις μεγάλες συναθροίσεις των λασπωδών ακτών της Β. Γερμανίας, είναι κυδώνι (ζώο)α του είδους Cardium edule, ενώ στις βρετανικές ακτές της Βόρειας Θάλασσας τα μικρά γαστερόποδα Hydrobia ulvae. Στις αλυκές της ΝΑ. Ευρώπης και της Σιβηρίας οι γαρίδες του είδους Artemia salina παίζουν σημαντικό ρόλο στη διατροφή τους. Τα φύκια διαφόρων ειδών και, σπέρματα αγρωστωδών που καταναλώνονται κυρίως κατά τη διάρκεια του χειμώνα στους αγρούς, συμπληρώνουν το διαιτολόγιο.
Κατά την αναζήτηση τροφής, το πουλί βαδίζει και κινεί το κεφάλι δεξιά-αριστερά, με το ράμφος χωμένο κάτω από το νερό μέσα στο λασπώδες υπόστρωμα, ή κολυμπάει στην επιφάνεια και κάνει συχνές καταδύσεις. Το μέγιστο βάθος του νερού στο οποίο οι βαρβάρες αναζητούν την τροφή τους με επιτυχία, είναι 40 εκατοστά και έχουν ολόκληρο το πάνω μέρος του σώματος βυθισμένο στο νερό. Μία χαρακτηριστική τεχνική του πτηνού, περιλαμβάνει ανασκαφή του μαλακού εδάφους με τα πόδια έτσι, ώστε να εκτίθενται τα κρυμμένα στο έδαφος μαλάκια, κάτι έμφυτο ακόμη και στα νεαρά άτομα. Αυτά, προτιμούν να τρέφονται κυρίως με πολύχαιτους Nereis spp και αμφίποδα, όπως Corophium volutator.