
Αγριόγιδα
Το αγριόγιδο είναι ζώο που προτιμά τους ορεινούς βιότοπους, κυρίως στο όριο των 1.600-2.000 μέτρων, αλλά τον χειμώνα κατεβαίνουν και χαμηλότερα. Ιδανικός βιότοπος είναι οι γκρεμοί, όπου βρίσκει προστασία από τους θηρευτές. Επίσης οι ορθοπλαγιές, οι βραχώδεις πλαγιές[8], τα απότομα δάση, οι σάρες, τα λούκια και τα υποαλπικά λιβάδια.
Επιλέγει τα δάση κυρίως τον χειμώνα, λόγω της δύσκολης διάβασης και της δύσκολης εύρεσης τροφής στις πλαγιές εξαιτίας του χιονιού. Όταν μπει η άνοιξη, αρχίζουν να ανεβαίνουν σε ψηλότερα σημεία και για να αποφύγουν τη μεγάλη ζέστη το καλοκαίρι, αποτραβιούνται στις δροσερές περιοχές του βιότοπου.
Το αγριόγιδο είναι ένα μεσαίου μεγέθους βοοειδές, λίγο μεγαλύτερο από την οικόσιτη κατσίκα. Έχει σώμα στιβαρό και «στρουμπουλό», κυρίως το χειμώνα, καθώς το καλοκαίρι είναι πιο λεπτό.
Το κεφάλι του και η βάση του κεφαλιού είναι λευκά ως το όριο ένωσής του με τον λαιμό. Επίσης έχει δύο ευδιάκριτες καστανόμαυρες ή κατάμαυρες ρίγες στις δύο πλευρές του προσώπου του, οι οποίες ξεκινάνε από τα αυτιά, περνάνε από τα μάτια και καταλήγουν λίγο πριν τη μουσούδα. Τα αυτιά του είναι μακριά και καμπυλώνουν στις άκρες. Από την πίσω μεριά έχουν μαύρο χρώμα, ενώ η μέσα μεριά είναι λευκή. Η ουρά του είναι κοντή και φουντωτή καθ’όλη τη διάρκεια του χρόνου.
Τα άκρα του καταλήγουν σε σκληρές ελαστικές οπλές που προσφέρουν σταθερό πάτημα στις μικρές προεξοχές των βράχων, αλλά και στις περιπτώσεις όπου το χιόνι είναι βαθύ αυτές ανοίγουν και καταλαμβάνουν μεγαλύτερη επιφάνεια και βυθίζονται λιγότερο στο μαλακό υπόστρωμα. Οι εξωτερικές άκρες στις οπλές είναι ακονισμένες και σκληρές, έτσι ώστε να μπορούν τα ζώα να εκμεταλλευτούν ακόμη και τις πιο μικρές προεξοχές των βράχων, για να στηριχτούν κατά τη διάρκεια των μετακινήσεών τους. Η παρουσία μιας πτυχής του δέρματος δίνει τη δυνατότητα για καλύτερο βάδισμα στο χιόνι.
Το τρίχωμά τους διαφέρει ανάλογα με την εποχή. Έχουν κοντό και γκριζοκάστανο ή πορτοκαλοκόκκινο τρίχωμα το καλοκαίρι, ενώ φουντωτό και σχεδόν μαύρο τον χειμώνα. Στο καλοκαιρινό τρίχωμα, το χρώμα του σώματος είναι γκριζοκάστανο, ενώ το χρώμα των ποδιών και της κοιλιάς είναι μαύρο και προκαλεί αντίθεση. Στο χειμερινό τρίχωμα, όλο το σώμα έχει την ίδια σχεδόν απόχρωση. Στη ράχη του, επίσης, φέρει μια γραμμή σκούρου τριχώματος, που ονομάζεται «γένι». Αυτή η γραμμή φαίνεται καθαρά μόνο στο καλοκαιρινό τρίχωμα. Επίσης, είναι εμφανές το όταν αλλάζουν τρίχωμα ανά εποχή.
Κύριο χαρακτηριστικό του αγριόγιδου αποτελούν τα κυρτά προς τα πίσω κέρατα σαν αγκίστρια, που φέρουν και τα δύο φύλα. Του αρσενικού να είναι οξύληκτα και και κυρτά προς τα μέσα, ενώ του θηλυκού είναι κυρτά και ελαφρώς προς τα έξω και είναι πιο λεπτά από του αρσενικού με λιγότερη κύρτωση. Αυτά όμως δεν είναι τα πραγματικά κέρατα , αλλά «θήκες», που περιβάλουν το κέρατο (αυτό σημβαίνει σε όλα τα Αιγώδη). Αυτές οι «θήκες» περιλαμβάνονται από 10 ή περισσότερες στρώσεις κερατίνης, που φέρουν μικρούς, σχεδόν μη διακριτούς δακτύλιους. Η κάθε στρώση έχει πάχος 1 χιλιοστό και φαίνονται πιο καθαρά στο τέλος της «θήκης». Τα πραγματικά κέρατα του αγριόγιδου βρίσκονται μέσα από τη «θήκη», αποτελούνται από οστό και είναι πιο κοντά (περίπου το μισό μέγεθος της «θήκης»).
Η τροφή των αγριόγιδων, όπως και ο βιότοπός τους, αλλάζει με την εποχή. Τρέφονται με βοσκή ενδιάμεσου τύπου, όπως με χλόη (το καλοκαίρι) ή με διάφορα ποώδη φυτά και συμπληρωματικά με φύλλα δέντρων, κλαδιά και λειχήνες (τον χειμώνα).